«Το NATO χρειάζεται μια σαφή και ορατή παρουσία στην ανατολική Ευρώπη»

Ο εσθονός πρωθυπουργός, Τάαβι Ρόιβας, εκτίμησε σήμερα πως το NATO χρειάζεται μια σαφή και ορατή παρουσία στην ανατολική Ευρώπη ως μέσο αποτροπής της επιθετικότητας της Ρωσίας και τα κράτη-μέλη της συμμαχίας πρέπει να αυξήσουν τις στρατιωτικές τους δαπάνες έπειτα από τις μειώσεις στις οποίες προχωρούν εδώ και χρόνια.
Ο Ρόιβας είπε σε μια συνέντευξη που παραχώρησε στο πρακτορείο ειδήσεων Ρόιτερς ότι το NATO πρέπει να εγκαταστήσει αποθήκες όπλων στα κράτη-μέλη του που ανήκαν στο άλλοτε ανατολικό μπλοκ, να αυξήσει τις αεροπορικές περιπολίες στα ανατολικά του σύνορα και να δημιουργήσει το ταχύτερο μια δύναμη ταχείας αντίδρασης η οποία θα είναι ικανή να καταφθάνει πολύ πιο άμεσα από ό,τι σήμερα οπουδήποτε σε περίπτωση ξεσπάσματος μιας σύγκρουσης.

«Πρέπει να εξασφαλίσουμε ότι τα μέσα αποτροπής είναι αρκετά ισχυρά, τόσο που να γίνει αδιανόητο για τη Ρωσία να πάει πιο πέρα από την Ουκρανία», τόνισε ο 34χρονος Ρόιβας.

Ο Ρόιβας έκανε τις δηλώσεις αυτές την παραμονή της επίσκεψης του προέδρου των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα στην Εσθονία, μια πρώην σοβιετική δημοκρατία.

Ο Ομπάμα θα λάβει μέρος στη σύνοδο του NATO στην Ουαλία την Πέμπτη και την Παρασκευή, στην οποία ένα από τα βασικά θέματα συζήτησης αναμένεται ευρέως πως θα είναι οι ενέργειες της Ρωσίας στην Ουκρανία.

Τα τρία κράτη της Βαλτικής, η Εσθονία, η Λετονία και η Λιθουανία, πρώην σοβιετικές δημοκρατίες που είναι πλέον μέλη της ΕΕ και του NATO από το 2004, θεωρούνται από ορισμένους ιδιαίτερα ευάλωτες έναντι της Ρωσίας, λόγω των ρωσικών μειονοτήτων σε αυτές αλλά και της μεγάλης εξάρτησής τους από τη ρωσική ενέργεια.

«Δεν συζητάμε για δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες του NATO που θα σταθμεύουν μόνιμα στη χώρα μας τόσο σύντομα• δεν είναι αυτός ο στόχος», διευκρίνισε ο Ρόιβας. 

«Μιλάμε όμως για μια σαφή και ορατή παρουσία, μιλάμε για αεροπορικές περιπολίες και να είμαστε σε ετοιμότητα όταν χρειάζεται. Αυτό σημαίνει εκπαίδευση και προεγκατάσταση εξοπλισμού», πρόσθεσε ο ίδιος.

Ο πρόεδρος της Εσθονίας Τόμας Χέντρικ Ίλβες, ο οποίος ασκεί κυρίως συμβολικά καθήκοντα, εκφράστηκε με ακόμη πιο σκληρούς όρους νωρίτερα, υποστηρίζοντας κατά τη διάρκεια μιας επίσημης επίσκεψής του στη Νορβηγία πως το NATO θα έπρεπε να εγκαταστήσει μια μόνιμη βάση στο έδαφος της χώρας του.

Το NATO συμφώνησε αυτή την εβδομάδα να δημιουργήσει μια δύναμη ταχείας αντίδρασης η οποία θα λειτουργεί σαν «αιχμή του δόρατος» και θα διαθέτει αρκετές χιλιάδες άνδρες. Θα μπορεί να αναπτύσσεται σε οποιαδήποτε περιοχή κρίσης μέσα σε δύο ημέρες. Ως σήμερα, οι υπάρχουσες δυνάμεις ταχείας αντίδρασης είχαν χρόνο απόκρισης περίπου πέντε ημερών.

Όμως η Συμμαχία παραμένει διχασμένη σε ό,τι αφορά την εγκατάσταση μόνιμων βάσεων στην ανατολική της πτέρυγα, αφού μια τέτοια εξέλιξη θα αντίκειται σε μια ισχύουσα συμφωνία με τη Μόσχα. Ο Ομπάμα θεωρείται ότι θα προσφέρει υποστήριξη κυρίως στο επίπεδο του συμβολισμού.

«Εν μέσω της κλιμάκωσης της βίας στην Ουκρανία, και των φόβων ότι τα κράτη της Βαλτικής ενδέχεται να ακολουθήσουν, λίγος καθησυχασμός είναι απόλυτα κρίσιμος», σχολίασε ο Μάθιου Μπράιζα, πρώην πρεσβευτής των ΗΠΑ στο Αζερμπαϊτζάν.

«Θα ηρεμήσει τα πράγματα και θα διατηρήσει την κοινωνική συνοχή, ειδικά στη Λετονία και στην Εσθονία», δύο χώρες οι οποίες «έχουν μεγάλους ρωσικούς και ρωσόφωνους πληθυσμούς», επισήμανε ο Μπράιζα, ο επικεφαλής σήμερα του Διεθνούς Κέντρου Αμυντικών Μελετών, το οποίο εδρεύει στη Λετονία.

Δαπάνες

Ο Ρόιβας είπε ότι οι μεγαλύτερες αμυντικές δαπάνες από τα κράτη-μέλη του NATO είναι απαραίτητες διότι η επιθετικότητα της Ρωσίας υποδεικνύει ότι σημειώθηκε μια μεταβολή μόνιμου χαρακτήρα σε ό,τι αφορά την ευρωπαϊκή ασφάλεια.

«Όλη η Ευρώπη έχει πλέον συνειδητοποιήσει πως η κατάσταση ασφαλείας έχει μεταβληθεί. Και αυτή δεν είναι απλώς μια προσωρινή μεταβολή. Δεν μιλάμε απλά για κακοκαιρία, το πράγμα είναι συγκρίσιμο με την κλιματική αλλαγή», είπε ο Ρόιβας.

Οι στρατιωτικές δαπάνες των ευρωπαϊκών κρατών-μελών του NATO ανήλθε στο 1,6% του ΑΕΠ τους πέρυσι, κάτω από τον στόχο του 2%, ενώ μόλις τρεις χώρες —η Βρετανία, η Εσθονία και η Ελλάδα— έφθασαν το ελάχιστο όριο, ενώ αρκετά ανατολικοευρωπαϊκά κράτη δαπάνησαν λιγότερο από 1% του ΑΕΠ τους για την άμυνα.