F1 Grand Prix Monza: Επίσκεψη στο Ναό της Ταχύτητας

Μετά το επεισοδιακό GrandPrixτου Βελγίου στην πίστα του Spa η F1 «ταξιδεύει» στην Ιταλία και την ατμοσφαιρική Monza. Ταχύτητα, συναγωνισμός και θέαμα σε μία πίστα όπου η τελική ταχύτητα των αυτοκινήτων είναι κοντά στα 350 χιλιόμετρα.
Η Monza είναι ο εντός έδρας αγώνας για την Pirelli καθώς απέχει μόλις μισή ώρα με το αυτοκίνητο, από τα κεντρικά της εταιρείας στο Μιλάνο, εκεί όπου σχεδιάζονται τα φετινά ελαστικά της F1. Στην πίστα αυτή ασκούνται υψηλά πλευρικά φορτία ειδικά  στις διάσημες γρήγορες καμπές που έχει, όπως η «Parabolica». Επίσης υπάρχουν πολύ υψηλές απαιτήσεις στο διαμήκη άξονα κατά την επιβράδυνση αλλά και όπου απαιτείται μέγιστη πρόσφυση. Αυτό είναι ιδιαίτερα έντονο στη Monza καθώς οι μεγάλες ευθείες καταλήγουν σε αργά σικέιν.
Γι’ αυτούς τους λόγους η Pirelli επέλεξε τις δυο πιο σκληρές γόμες της γκάμας της, την σκληρή P Zero Orange (πορτοκαλί χρώμα) και τη μέση P Zero White (άσπρο χρώμα).
Πέρα από τις δυνάμεις που ασκούνται στα ελαστικά, ο σκελετός τους καταπονείται έντονα και από τα υψηλά κερμπς, τα οποία είναι ένα από τα χαρακτηριστικά της Ιταλικής πίστας. Οι οδηγοί πατούν πάνω τους στην προσπάθεια να βρουν την ταχύτερη αγωνιστική γραμμή και τα ελαστικά παίζουν ρόλο ανάρτησης απορροφώντας μέρος της σύγκρουσης με το κερμπ.
Φέτος η αεροδυναμική απόδοση των μονοθεσίων περιορίστηκε λόγω κανονισμών αυτό έχει ως συνέπεια οι ταχύτητες διέλευσης από τις στροφές να είναι χαμηλότερες αλλά στην ευθεία αναμένεται να σημειωθούν οι υψηλότερες τελικές που έχουμε δει φέτος, πιθανόν θα ξεπεράσουν τα 360km/h.
Jean Alesi, σύμβουλος Pirelli: «Στη Monza κυριαρχεί αυτός που βρίσκει τον καλύτερο τρόπο να διαχειριστεί τις υψηλές τελικές ταχύτητες που βρίσκονται πιο κοντά εγγύτερα στα … 400km/h παρά στα 300km/h. Για να επιτύχει κανείς την υψηλότερη δυνατή τελική ταχύτητα, πρέπει να έχει τις ελάχιστες δυνατές αντιστάσεις. Οπότε η κύρια δουλειά του οδηγού είναι να προσέχει τα πίσω ελαστικά. Για να το πετύχει αυτό χρειάζεται ένα σετάρισμα που προσφέρει καλή πρόσφυση στην έξοδο των σικέιν. Σε αντίθετη περίπτωση η φθορά στα πίσω ελαστικά είναι υπέρμετρη και αυτό αυξάνει τις αποστάσεις φρεναρίσματος, επηρεάζοντας αρνητικά το χρόνο ενός γύρου. Δεν είναι όμως μόνο αυτά, σε τόσο υψηλές ταχύτητες νιώθεις το μονοθέσιο να έχει τάση απογείωσης. Είναι κάτι που συμβαίνει μόνο στη Monza κάποιες φορές είναι δύσκολο να κρατήσεις σε ίσια πορεία το μονοθέσιο στις μεγάλες ευθείες.
Λατρεύω την πίστα αυτή, περισσότερες από μια φορές βρέθηκα κοντά στη νίκη εκεί. Όταν ακούς τα ουρλιαχτά των οπαδών στην κερκίδα νιώθεις μοναδικά. Αυτό συνέβαινε με τους V12 κινητήρες πόσο μάλλον σήμερα που οι εξακύλινδροι υπετροφοδοτούμενοι δεν κάνουν  τόση φασαρία, οπότε οι οδηγοί θα μπορούν να ακούσουν τους οπαδούς καλύτερα».
Η πίστα υπό το πρίσμα των ελαστικών
Στις ευθείες η τελική ταχύτητα ξεπερνά τα 360km/h και σε συνδυασμό με την απόσταση φρεναρίσματος όπου η ταχύτητα μειώνεται κατά 250km/h σε σύντομο χρονικό διάστημα ασκείται στο διαμήκη άξονα φόρτιση της τάξεως των 4.5g. Όλες αυτές οι συνθήκες συνδυαστικά αυξάνουν τη θερμοκρασία των γομών που αγγίζει τους 130 βαθμούς Κελσίου στην επιφάνεια του πέλματος.
Η στρατηγική που χρησιμοποίησε πέρυσι ο νικητής Sebastian Vettel με τη Red Bull ήταν αυτή, της μιας αλλαγής ελαστικών. Ο Γερμανός εκκίνησε με τη μέση γόμα και έβαλε την σκληρή στον 23ο γύρο. Ο οδηγός της Ferrari, Fernando Alonso με ίδια στρατηγική κατάφερε να τερματίσει 2ος παρότι εκκινούσε από την 5η θέση.
Κατά τη διάρκεια του GrandPrix της Μonza ίσως και να επιτευχθεί ένα νέο ρεκόρ τελικής ταχύτητας, τόσο για φέτος όσο και για τα τελευταία χρόνια.
Πάντως ακόμα και 355 χλμ./ ώρα να έρθουν θα απέχουν πολύ από τα 370,1 χλμ./ ώρα του Raikkonen στην ίδια πίστα το 2005. Ανεπίσημα πάντως το ρεκόρ το έχει ο Juan Pablo Montaya, συνάδελφος τότε του Kimi στη McLaren-Mercedes, με 372 χλμ./ ώρα, που είχε πετύχει κατά τη διάρκεια των δοκιμαστικών.