Κάποιος να σώσει τον Θανάση...

Πίσω από κάθε άνθρωπο κρύβεται πάντα μια ιστορία. Το ρεπορτάζ δεν είναι μόνο για να ενημερώνει, αλλά πολλές φορές και για να διδάσκει.

Άλλωστε στο newsbomb το έχουμε αποδείξει πολλάκις και γνώμονας των περισσοτέρων ρεπορτάζ είναι η ανάδειξη των πτυχών που δεν φαίνονται.
Να πάμε πέρα από τα προφανή και να μην μένουμε ποτέ στα εφήμερα και στα επιφανειακά.
Η ιστορία που ακολουθεί δεν είναι κάποιο παραμυθάκι. Ο ήρωας της ιστορίας ο Θανάσης Μακρής είναι ένας από εμάς. Σε μια στιγμή αδυναμίας επιχείρησε να «παίξει την ζωή του κορώνα –γράμματα». Ευτυχώς δεν τα κατάφερε. Σήμερα μιλάει από καρδιάς, απλά και σταράτα στη δημοσιογράφο Γεωργία Λινάρδου:
«Έχει προσπαθήσει πολλές φορές να αυτοκτονήσει. Κάθε φορά που τη γλιτώνει, περιγράφει με χιούμορ τη ζωή.
Γίνεται;
Στην ψυχή του Θανάση Μακρή από την Καλλιθέα, όλα γίνονται.
Το ότι είναι ένα ιδιαίτερο πλάσμα, το ξέρει κι ο ίδιος. Το ότι έχει περάσει και περνά μια δύσκολη ζωή, επίσης. Ο 43χρονος Θανάσης Μακρής τον περασμένο Αύγουστο, λίγο πριν κόψει τις φλέβες τη γλύτωσε στο παρά πέντε.
Ευθύνεται γι' αυτό μια παλιά του συμμαθήτρια, η Φωτεινή, με την οποίαν είχαν να συναντηθούν είκοσι χρόνια και ήταν εκείνη που ειδοποίησε την Αστυνομία. Συγκεκριμένα το Τμήμα Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος.
Ο Θανάσης σώθηκε όχι μόνον γιατί οι αστυνομικοί μπούκαραν από το μπαλκόνι, αλλά διότι νωρίτερα το ένστικτο, το τόσο ισχυρό ένστικτο για ζωή, είχε εμποδίσει το κουζινομάχαιρο να βουτήξει στις φλέβες του.
Και νωρίτερα, ένα άλλο εργαλείο, όπως αυτό των Social Media, τον πρόλαβε από μια μαλακία. Είναι τραγικά ανόητη κίνηση ακόμη κι όταν η ζωή σε βαραίνει με την πιο βάναυση ταλαιπώρια.
Δεν ξέρω τι υπάρχει στον άλλο κόσμο ως εκ τούτου δε μπορώ να μιλήσω γι' αυτό. Δαίμονες και σατανάδες σε τούτη τη ζωή έχω συναντήσει. Στην άλλη, οκ, μπορεί και να υπάρχουν. Αλλά δεν ξέρω. Ξέρω ότι ο Θανάσης τη σκαπούλαρε για άλλη μία φορά. Σώθηκε, πως το λένε; Αρκεί, βέβαια, να το βάλει για τα καλά στο μυαλό του διότι απ' ότι τον άκουσα χθες βράδυ, έχει ακόμη σκαμπανεβάσματα.
Εντάξει, δε ζει και τα καλύτερα, αλλά τη ζωή την αγαπά. Και τον εαυτό του επίσης. Το αδιέξοδο όλοι το σιχαινόμαστε, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι πρέπει να παίρνουμε μια χατζάρα κι όποιον πάρει ο χάρος. Μίλησα μαζί του χθες βράδυ κι ενώ είχε ακόμη νωπή την εμπειρία από την επίσκεψη μιας δημόσιας υπηρεσίας απ' όπου περίμενε την απόφαση για να ξαναπάρει το επίδομα που του επιτρέπει να ζει.
Ο Θανάσης είναι άνεργος, 250 κιλά και σιτίζεται φαρμακευτικά από το Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αθηνών, το γνωστό Δαφνί. Η τελευταία Επιτροπή που πέρασε πριν από μερικούς μήνες, οριοθέτησε το ποσοστό αναπηρίας του στο 85%. Η απόφαση ακόμη, όμως, δεν έχει διοχετευθεί στην αρμόδια υπηρεσία κι έτσι το επίδομα δε μπορεί να εκταμιευθεί.
Για μια δημόσια υπηρεσία, μία τέτοια καθυστέρηση μπορεί να είναι και ψιλά γράμματα. Για τον Θανάση, όμως, και για τον οποιονδήποτε Θανάση Μακρή τούτης της χώρας, δεν είναι και καλά κάνει που δεν είναι. Μιλάμε για 600 ευρώ το δίμηνο. Ζωή με ψίχουλα.
Πόση αντοχή μπορεί να δώσει η γραφειοκρατία τούτης της χώρας σε ανθρώπους ψυχικά πάσχοντες;
-Πόσες απόπειρες αυτοκτονίας έχεις κάνει τους τελευταίες δύο μήνες;
«Τέσσερις».
Φρικάρω. Γιατί ρε διάολε;. Είναι διαγνωσμένος με σοβαρό ψυχιατρικό πρόβλημα από το 2009. Και τι σημαίνει αυτό;
Να τον κλείσουμε σε μπουντρούμι, να τον μεταφέρουμε σε κάποια μονάδα «αποτοξίνωσης» για ψυχιατρικά ασθενείς ή να τον βοηθήσουμε ώστε να παράγει με το ιδιαίτερα ευφυές μυαλό του κάτι που θα τον ξαναγυρίσει στη ζωή;
Εσύ ως πολιτεία εκτός από το να γεννάς στους πολίτες σου υποχρεώσεις και να τους τιμωρείς όταν δεν εκπληρώνουν μία από αυτές, όσο παράλογες κι αν είναι, δεν έχεις κι εσύ υποχρεώσεις; Γιατί όταν εσύ δεν τις εκπληρώνεις να τιμωρούνται οι πολίτες σου;
Ο Θανάσης πηγαινοέρχεται για ένα επίδομα το οποίο θα του δώσει το δικαίωμα να πληρώνει όσα εκείνος θέλει και κρίνει απαραίτητα για τη ζωή του.
«Το θεωρώ ξεφτίλα να πηγαίνεις και να παρακαλάς γι' αυτό που δικαιούσαι. Εντάξει, τα φάρμακα μου τα γράφουν στο Δαφνί, αλλά τα υπόλοιπα πρέπει να τα καλύπτω εγώ. Τη ΔΕΗ δεν την έχουμε πληρώσει».
Πολύ λογικά τον ακούει να μιλά.
Με τη μάνα του ζει. Μοναχοπαίδι.
«Την τελευταία φορά που προσπάθησα να αυτοκτονήσω, έκλεισα τη μάνα μου έξω από το σπίτι. Πήρα ένα μαχαίρι από την κουζίνα και κάθισα στον καναπέ. Το μαχαίρι στις φλέβες. Οι αστυνομικοί μπήκαν από τη μπαλκονόπορτα. Ο ένας πλησίασε και δεν ήξερε τι να πει. Δεν είδε κάτι άγριο στο πρόσωπό μου. Μιλήσαμε πολύ ώρα. Δε μου πέρασε χειροπέδες. Με πήγανε στο Σισμανόγλειο. Με είδαν δύο ψυχολόγοι. Ήμουν ένας ήρεμος άνθρωπος, δε μπορούσαν να με κρατήσουν. Το πρόβλημα δεν είναι αυτό που φαίνεται στο πρόσωπό μου, αλλά στην ψυχή μου».
Έχει σπουδάσει, μου λέει, Οικονομικά. Εργαζόταν μέχρι το 2002 στην ΑΧΕΠΕΥ Μακεδονίας Θράκης. Λόγω συγχώνευσης εντάχθηκε στην Πειραιώς ΑΧΕΠΕΥ. Δύο μήνες εργάστηκε εκεί και απολύθηκε μαζί με άλλους υπαλλήλους.
Το Νοέμβριο του 2003 αυτοκτόνησε το πατέρας του. Αυτοπυροβολήθηκε. Τον βρήκαν δυο μέρες μετά στη Βούλα. Πήγε να τον αναγνωρίσει. Ο Θανάσης έπαιζε τένις. Του άρεσε ο αθλητισμός. Στα 25 του έγινε 350 κιλά. Τον βούτηξε η κατηφόρα. Μετά ήρθε η οικονομική ανημπόρια, το Δαφνί, τα φάρμακα. Η αυτοκτονία του πατέρα του.
-Η πρώτη απόπειρα αυτοκτονίας;
«Έφυγα από το σπίτι. Είχα πάνω μου 110 ευρώ. Πήρα το ΚΤΕΛ για Βόρειο Ελλάδα. Έβγαλα εισιτήριο για Λιτόχωρο. Δεν είχα κινητό. Κοιμήθηκα έξω. Προσπάθησα να πέσω από γκρεμό. Δειλία. Ούτε κι εκεί δε μπόρεσα να αυτοκτονήσω».
Την επόμενη φορά, που προσπάθησε να αυτοκτονήσει από τον πέμπτο όροφο της πολυκατοικίας του. Μια δημοσιογράφος τότε είχε επέμβει και είχαν συγκεντρωθεί χρήματα για να τον βοηθήσουν. Τώρα μου λέει:
«Ποια ζωή; Δεν υπάρχει ζωή σε τέσσερις τοίχους».
Προσπαθώ να του εξηγήσω ότι η ζωή δεν έρχεται στα συγκαλά της με τους δημοσιογράφους. Ελπίζω βαθιά μέσα του να το κατάλαβε. Και σίγουρα μια ζωή σε... τέσσερις τοίχους μπορεί να προσθέσει και... αυλή αρκεί εμείς να το θέλουμε και σίγουρα κάποιος να μας προσφέρει χείρας βοηθείας.
«Έχω λυγίσει πολλές φορές και ξανασηκώθηκα. Απλώς τώρα δεν σηκώνεται ούτε το ένα πόδι».
Οκ. Αν χρειαστεί, όμως, θα σηκωθούν και τα δυο μαζί. Υπάρχουν εμπόδια, δε λέω. Πολλά γόνατα φαγωμένα πια. Αλλά τα εμπόδια για τη ζωή είναι.
Ο θάνατος είναι τεμπέλης.
Ένα τοσοδούλι μακροβούτι για να τον σαγηνεύσεις, χρειάζεται.
Ούτε καν αξίζει να το συζητάμε.
Σωστά Θανάση